6 αποτελέσματα για «但»
但し ただし N2
σύνδεσμος
- 01 αλλά, ωστόσο, υπό την προϋπόθεση ότι
但馬 たじま
ουσιαστικό
- 01 Τάτζιμα (πρώην επαρχία που βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του σημερινού νομού Χιόγκο)
但し書き ただしがき
ουσιαστικό
- 01 επιφύλαξη, ειδικός όρος
但馬牛 たじまうし
ουσιαστικό
- 01 βοοειδή Τατζίμα (ράτσα μαύρων βοοειδών Ουάγκιου)
- 02 κρέας Τατζίμα
但し付き ただしづき
ουσιαστικό
- 01 υπό όρους
但
- 01 ωστόσο, εντούτοις
- 02 αλλά, όμως