7 αποτελέσματα για «佗»
佗人 わびびと
ουσιαστικό
- 01 μοναχικός άνθρωπος, ανεπιθύμητο πρόσωπο, άνθρωπος που ζει στη φτώχεια
佗歌 わびうた
ουσιαστικό
- 01 θλιβερό τραγούδι, τραγούδισμα με μοναχικό τόνο
佗言 わびこと
ουσιαστικό
- 01 λόγια που χρησιμοποιούνται όταν κάποιος νιώθει δυστυχία ή άγχος
- 02 λόγια που χρησιμοποιούνται για να απορρίψει ή να αρνηθεί κανείς κάτι
- 03 λόγια που χρησιμοποιούνται κατά την υποβολή έκκλησης
佗寝 わびね
ουσιαστικό
- 01 μοναχικός ύπνος, ύπνος χωρίς συντροφιά
佗声 わびごえ
ουσιαστικό
- 01 λυπημένη φωνή
佗助椿 わびすけつばき
ουσιαστικό
- 01 ουαμπισούκε-τσουμπάκι (ποικιλία της κοινής καμέλιας)
佗
- 01 περήφανος, υπερήφανος
- 02 μοναχικός, μόνος