11 αποτελέσματα για «佞»
佞臣 ねいしん
ουσιαστικό
- 01 πανούργος αυλικός, προδότης
佞 ねい
ουσιαστικό
- 01 κολακεία, ανειλικρίνεια
佞人 ねいじん
ουσιαστικό
- 01 κόλακας, γλυκομίλητος, πονηρός άνθρωπος
佞智 ねいち
ουσιαστικό
- 01 πανούργος
佞弁 ねいべん
ουσιαστικό
- 01 κολακεία, θωπεία, ξελογιασμός
佞者 ねいしゃ
ουσιαστικό
- 01 κολακευτικός ομιλητής, πονηρό άτομο
佞悪 ねいあく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 διεστραμμένη συμπεριφορά, διεστραμμένο άτομο
佞武多 ねぶた
ουσιαστικό
- 01 νεμπούτα, νυχτερινό φεστιβάλ στην περιοχή Τοχόκου (ειδικότερα στο Αομόρι)
佞姦 ねいかん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 δόλιος, πονηρός, διεστραμμένος
佞む かだむ
ρήμα
- 01 εξαπατώ, παραπλανώ, λέω ψέματα
- 02 διαπράττω μοιχεία
佞
- 01 κολακεία
- 02 ανειλικρίνεια