8 αποτελέσματα για «侠»

きゃん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυθάδης, αγοροκόριτσο, αναίδης, ζωντανός, θορυβώδης
  2. 02 ιπποτικός, γενναίος
侠客 きょうかく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοαποκαλούμενος ανθρωπιστής, άτομο που δρα υποκριτικά στο όνομα του ιπποτισμού ενώ συμμετέχει σε συμμορίες και ασχολείται με τυχερά παιχνίδια
侠骨 きょうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποτικό πνεύμα
侠勇 きょうゆう

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποτισμός, αρετή (με την έννοια της ανδρείας και της υπεράσπισης των αδυνάτων)
侠女 きょうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 γενναία γυναίκα
侠心 きょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποτικό πνεύμα, ιπποτισμός
侠友会 きょうゆうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Κιογιουκάι (εγκληματική οργάνωση Γιακούζα με έδρα το Χιογκό)
  1. 01 αγοροκόριτσο
  2. 02 ιπποτισμός