52 αποτελέσματα για «価»
価値 かち N3
ουσιαστικό
- 01 αξία, προτέρημα
価値観 かちかん
ουσιαστικό
- 01 αξίες, σύστημα αξιών
価格 かかく N3
ουσιαστικό
- 01 τιμή, αξία, κόστος
価値ある かちある
άλλο
- 01 πολύτιμος, αξιόλογος, αξίζων, που αξίζει τον κόπο
価格設定 かかくせってい
ουσιαστικό
- 01 καθορισμός τιμής, διαμόρφωση τιμών, τιμολόγηση
価値基準 かちきじゅん
ουσιαστικό
- 01 κριτήριο αξίας
価格帯 かかくたい
ουσιαστικό
- 01 εύρος τιμών
価 か
ουσιαστικό, άλλο
- 01 σθένος
価値判断 かちはんだん
ουσιαστικό
- 01 αξιολογική κρίση
価格競争 かかくきょうそう
ουσιαστικό
- 01 ανταγωνισμός τιμών
価格交渉 かかくこうしょう
ουσιαστικό
- 01 διαπραγμάτευση τιμής
価格破壊 かかくはかい
ουσιαστικό
- 01 αιφνίδια, ευρεία πτώση των τιμών
価格差 かかくさ
ουσιαστικό
- 01 διαφορά τιμής, περιθώριο τιμής
価格変動 かかくへんどう
ουσιαστικό
- 01 διακυμάνσεις τιμών
価格表 かかくひょう
ουσιαστικό
- 01 τιμοκατάλογος
価値論 かちろん
ουσιαστικό
- 01 αξιολογία, θεωρία της αξίας
価額 かがく
ουσιαστικό
- 01 εκτίμηση, ποσό
価値体系 かちたいけい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα αξιών, σύνολο αξιών
価値高い かちたかい
επίθετο
- 01 πολύτιμος, αξιόλογος
価値法則 かちほうそく
ουσιαστικό
- 01 νόμος της αξίας