14 αποτελέσματα για «侮»
侮辱 ぶじょく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσβολή, εξύβριση, περιφρόνηση (π.χ. δικαστηρίου)
侮る あなどる
ρήμα
- 01 περιφρονώ, υποτιμώ, θεωρώ ασήμαντο, καταφρονώ, σνομπάρω, απαξιώνω
侮蔑 ぶべつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιφρόνηση, απαξίωση, καταφρόνια, υποτίμηση
侮り あなどり
ουσιαστικό
- 01 περιφρόνηση, απαξίωση
侮 ぶ
ουσιαστικό
- 01 περιφρονημένος, υποτιμημένος
侮蔑的 ぶべつてき
επίθετο
- 01 προσβλητικός, υποτιμητικός
侮辱的 ぶじょくてき
επίθετο
- 01 προσβλητικός, υβριστικός
侮辱罪 ぶじょくざい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα προσβολής (δηλαδή συκοφαντία, δυσφήμιση)
侮りがたい あなどりがたい
επίθετο
- 01 υπολογίσιμος, που δεν επιδέχεται περιφρόνηση, που δεν πρέπει να υποτιμάται
侮蔑語 ぶべつご
ουσιαστικό
- 01 υποτιμητικός όρος, υβριστική λέξη, μειωτικός όρος
侮言 ぶげん
ουσιαστικό
- 01 προσβολή, ύβρη
侮日 ぶにち
ουσιαστικό
- 01 περιφρόνηση για την Ιαπωνία, αντι-ιαπωνικό αίσθημα
侮慢 ぶまん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιφρόνηση, προσβολή, θίξιμο
侮
- 01 περιφρονώ
- 02 περιφρονώ, καταφρονώ
- 03 παίρνω στα ελαφρά, υποτιμώ
- 04 περιφρόνηση, καταφρόνηση