17 αποτελέσματα για «俊»

俊敏 しゅんびん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευφυής και ευκίνητος, οξύς και σβέλτος
しゅん

ουσιαστικό

  1. 01 αριστεία, ευφυΐα
俊足 しゅんそく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα βαδίσματος, δρομέας υψηλής ταχύτητας
  2. 02 ταχύς ίππος, γρήγορο άλογο
  3. 03 άνθρωπος με σπουδαίο ταλέντο, προικισμένο άτομο
俊英 しゅんえい

ουσιαστικό

  1. 01 εξοχότητα, ιδιοφυΐα
俊彦 しゅんげん

ουσιαστικό

  1. 01 προικισμένος άνθρωπος, επιτυχημένος άνθρωπος
俊才 しゅんさい

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί θαύμα, χαρισματικό άτομο, άτομο με εξαιρετικό ταλέντο, ιδιοφυΐα
俊秀 しゅんしゅう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοφυΐα, παιδί-θαύμα, προικισμένο άτομο
俊徳 しゅんとく

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη αρετή
俊傑 しゅんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 ήρωας, ιδιοφυΐα
俊豪 しゅんごう

ουσιαστικό

  1. 01 τάλαντο, άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση και αρετή
俊逸 しゅんいつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεροχή, μεγαλοφυΐα
俊賢 しゅんけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετική σοφία
俊士 しゅんし

ουσιαστικό

  1. 01 ευφυής άνθρωπος, ιδιοφυΐα
俊童 しゅんどう

ουσιαστικό

  1. 01 προικισμένο παιδί
俊偉 しゅんい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος και εξαιρετικός
俊抜 しゅんばつ

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνήθιστος, πάνω από τον μέσο όρο
  1. 01 οξύνους
  2. 02 ιδιοφυΐα
  3. 03 αριστεία