8 αποτελέσματα για «俵»
俵 たわら
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ψάθινος σάκος, τσουβάλι, δέμα
- 02 μετρητική μονάδα για σάκους (ρυζιού, πατατών, κάρβουνου κ.λπ.)
俵物 たわらもの
ουσιαστικό
- 01 εμπορεύματα σε ψάθινα σακιά (ταβαραμόνο)
俵数 ひょうすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός σακιών από άχυρο
俵責め たわらぜめ
ουσιαστικό
- 01 μορφή βασανιστηρίου της περιόδου Έντο, κατά την οποία οι κατάδικοι κλείνονταν σε ψάθινα σακιά με το κεφάλι εκτεθειμένο, στοιβάζονταν ο ένας πάνω στον άλλο και μαστιγώνονταν (χρησιμοποιούνταν συνήθως σε Χριστιανούς)
俵茱萸 たわらぐみ
ουσιαστικό
- 01 ποικιλία της γκούμι (Elaeagnus multiflora var. hortensis)
俵編 たわらあみ
ουσιαστικό
- 01 κατασκευή σάκων από το άχυρο της τρέχουσας χρονιάς (κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου)
俵雪 たわらゆき
ουσιαστικό
- 01 ταβαραγιούκι (κυλινδρική μάζα χιονιού που σχηματίζεται από τον άνεμο)
俵
- 01 σακούλα
- 02 δέμα
- 03 σακί
- 04 μετρητική λέξη για σακούλες