19 αποτελέσματα για «倉»
倉庫 そうこ N2
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος
倉敷 くらしき
ουσιαστικό
- 01 Κουρασίκι (πόλη)
- 02 έξοδα αποθήκευσης
倉庫番 そうこばん
ουσιαστικό
- 01 αποθηκάριος, υπεύθυνος αποθήκης
倉皇 そうこう
επίρρημα, άλλο
- 01 βιαστικά, με σπουδή, εσπευσμένα
倉庫会社 そうこがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία αποθήκευσης
倉廩 そうりん
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη ρυζιού
倉庫業 そうこぎょう
ουσιαστικό
- 01 αποθηκευτική δραστηριότητα
倉卒 そうそつ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 βιαστικός, πρόχειρος, πολυάσχολος, απότομος, ξαφνικός
倉皇として そうこうとして
άλλο, επίρρημα
- 01 με μεγάλη βιασύνη, βιαστικά, εν τάχει
倉庫に納める そうこにおさめる
ρήμα
- 01 αποθηκεύω σε αποθήκη
倉敷料 くらしきりょう
ουσιαστικό
- 01 κόμιστρα αποθήκευσης, τέλη αποθήκης
倉荷 くらに
ουσιαστικό
- 01 εμπορεύματα αποθήκης
倉主 くらぬし
ουσιαστικό
- 01 ιδιοκτήτης αποθήκης
倉渡し くらわたし
ουσιαστικό
- 01 παράδοση από την αποθήκη
倉頡輸入法 そうけつゆにゅうほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος εισαγωγής τσανγκτζι (για την κινεζική γλώσσα)
倉頡 そうけつ
ουσιαστικό
- 01 Τσανγκ-τζιε (μέθοδος εισαγωγής κινεζικών χαρακτήρων)
倉庫店 そうこてん
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα τύπου αποθήκης
倉敷芸術科学大学 くらしきげいじゅつかがくだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Τεχνών και Επιστημών Κουρασίκι
倉
- 01 αποθήκη
- 02 αποθήκη
- 03 αποθήκη
- 04 κελάρι
- 05 θησαυροφυλάκιο