6 αποτελέσματα για «倚»
倚子 いし
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακή τετράγωνη καρέκλα με μπράτσα και πλάτη σε σχήμα τορίι (χρησιμοποιείται από τον αυτοκράτορα κ.ά. κατά τη διάρκεια τελετών)
倚閭の望 いりょのぼう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μητρική προσμονή κατά την αναμονή της επιστροφής ενός παιδιού
倚門の望 いもんのぼう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μητρική προσμονή καθώς περιμένει το παιδί της να επιστρέψει
倚音 いおん
ουσιαστικό
- 01 βοηθητική νότος
倚藉 いしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
倚
- 01 στηρίζομαι
- 02 ακουμπώ