90 αποτελέσματα για «借»

借りる かりる N5

ρήμα

  1. 01 δανείζομαι
  2. 02 νοικιάζω, ενοικιάζω
  3. 03 επωφελούμαι (από τη βοήθεια, τη σοφία κ.λπ. κάποιου άλλου), αποκτώ, λαμβάνω
  4. 04 χρησιμοποιώ (για άλλο σκοπό)
借金 しゃっきん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρέος, δάνειο, υποχρεώσεις, δανεισμός χρημάτων
  2. 02 αριθμός αγώνων με αρνητικό ρεκόρ
借り かり N3

ουσιαστικό

  1. 01 δανεισμός, χρέος, δάνειο
借り物 かりもの

ουσιαστικό

  1. 01 δανεικό αντικείμενο
借りを返す かりをかえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεπληρώνω ένα χρέος
  2. 02 παίρνω την εκδίκησή μου, τακτοποιώ λογαριασμούς, παίρνω το αίμα μου πίσω
借り受ける かりうける

ρήμα

  1. 01 δανείζομαι, παίρνω δάνειο, μισθώνω, νοικιάζω, αγοράζω με πίστωση
借金取り しゃっきんとり

ουσιαστικό

  1. 01 είσπραξη χρέους, εισπράκτορας χρεών
借家 しゃくや

ουσιαστικό

  1. 01 νοικιασμένο σπίτι, σπίτι προς ενοικίαση
借用 しゃくよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δανεισμός, δάνειο
借りてきた猫 かりてきたねこ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που γίνεται ξαφνικά ήσυχος και πράος, δανεικός γάτος
借り切る かりきる

ρήμα

  1. 01 νοικιάζω για αποκλειστική χρήση, κάνω κράτηση, ναυλώνω
借金返済 しゃっきんへんさい

ουσιαστικό

  1. 01 αποπληρωμή χρεών, αποπληρωμή
借り出す かりだす

ρήμα

  1. 01 δανείζομαι, βγάζω έξω
借用書 しゃくようしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμάτιο, έγγραφη αναγνώριση χρέους, ομολογία χρέους
借る かる

ρήμα

  1. 01 δανείζομαι, λαμβάνω δάνειο
  2. 02 νοικιάζω, μισθώνω
借りっぱなし かりっぱなし

ουσιαστικό

  1. 01 δανεισμός αντικειμένου χωρίς επιστροφή
借財 しゃくざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δάνειο, χρέος, οικονομική υποχρέωση
借り上げる かりあげる

ρήμα

  1. 01 μισθώνω, νοικιάζω, επιτάσσω, ναυλώνω
借金のカタ しゃっきんのカタ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εξασφάλιση δανείου, υποθήκη
借りができた かりができた

άλλο

  1. 01 σου χρωστάω χάρη, μου χρωστάς μία, σου οφείλω μία εξυπηρέτηση