2 αποτελέσματα για «倡»

倡佯 しょうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπλανώμενος, περιφερόμενος
  1. 01 πόρνη, ιερόδουλη
  2. 02 ηθοποιός