5 αποτελέσματα για «偃»

偃月刀 えんげつとう

ουσιαστικό

  1. 01 γιαταγάνι, σπαθί σε σχήμα ημισελήνου
偃月 えんげつ

ουσιαστικό

  1. 01 ημισέληνος
偃武 えんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακωχή
偃臥 えんが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξαπλωμένος μπρούμυτα
  1. 01 φράγμα
  2. 02 υδατοφράκτης