5 αποτελέσματα για «偕»

偕老同穴 かいろうどうけつ

ουσιαστικό

  1. 01 ευτυχισμένος έγγαμος βίος, πιστή κοινή συμβίωση μέχρι τον θάνατο
  2. 02 καλαθάκι της Αφροδίτης (Euplectella aspergillum)
偕成 かいせい

ουσιαστικό

  1. 01 Καισέι (εκδοτικός οίκος)
偕老 かいろう

ουσιαστικό

  1. 01 συγγηράσκω, γερνάω μαζί
偕楽 かいらく

ουσιαστικό

  1. 01 απόλαυση μαζί με άλλους
  1. 01 μαζί