5 αποτελέσματα για «偲»

偲ぶ しのぶ

ρήμα

  1. 01 αναπολώ, ενθυμούμαι, αναθυμάμαι, νοσταλγώ
  2. 02 φαντάζομαι, εικάζω, συμπεραίνω
偲ぶ会 しのぶかい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση στη μνήμη κάποιου θανόντος, μνημόσυνο
偲ばれる しのばれる

ρήμα

  1. 01 ανακαλούμαι στη μνήμη, έρχομαι στον νου
偲ふ しのふ

ρήμα

  1. 01 αναπολώ, θυμάμαι, αναθυμάμαι, νοσταλγώ
  2. 02 φαντάζομαι, εικάζω, συμπεραίνω
  1. 01 θυμάμαι
  2. 02 θυμάμαι