8 αποτελέσματα για «偵»

偵察 ていさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανίχνευση, αναγνώριση
偵察隊 ていさつたい

ουσιαστικό

  1. 01 ανιχνευτική ομάδα, περίπολος
偵察機 ていさつき

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνωριστικό αεροσκάφος, κατασκοπευτικό αεροπλάνο
偵察衛星 ていさつえいせい

ουσιαστικό

  1. 01 δορυφόρος αναγνώρισης, κατασκοπευτικός δορυφόρος
偵察要員 ていさつよういん

ουσιαστικό

  1. 01 παίκτης που συμπεριλαμβάνεται στην αρχική ενδεκάδα με σκοπό να αντικατασταθεί από άλλον μόλις γίνει γνωστός ο αντίπαλος ρίπτης
偵察飛行 ていさつひこう

ουσιαστικό

  1. 01 πτήση αναγνώρισης
偵知 ていち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκοπεία, ανακάλυψη (μέσω μυστικής έρευνας)
  1. 01 κατάσκοπος