4 αποτελέσματα για «傅»

傅く かしずく

ρήμα

  1. 01 υπηρετώ, φροντίζω
めのと

ουσιαστικό

  1. 01 παιδαγωγός, δάσκαλος (σε πρίγκιπα)
傅育 ふいく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατροφή, διδασκαλία
  1. 01 δάσκαλος