6 αποτελέσματα για «傭»
傭兵 ようへい
ουσιαστικό
- 01 μισθοφόρος (στρατιώτης)
傭人 ようにん
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος
- 02 εργάτης απασχολούμενος από την κυβέρνηση ή τοπικό δημόσιο φορέα
傭聘 ようへい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόσληψη, απασχόληση
傭い兵 やといへい
ουσιαστικό
- 01 μισθοφόρος στρατιώτης
傭船契約 ようせんけいやく
ουσιαστικό
- 01 ναύλωση πλοίων
傭
- 01 προσλαμβάνω
- 02 προσλαμβάνω