9 αποτελέσματα για «傲»

傲慢 ごうまん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονικός, υπεροπτικός, αυθάδης, θρασύς, υπερφίαλος
傲然 ごうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 περήφανος, αλαζονικός, υπεροπτικός
傲岸不遜 ごうがんふそん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αλαζονική υπεροψία
傲岸 ごうがん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονικός, υπεροπτικός, περιφρονητικός
傲慢不遜 ごうまんふそん

επίθετο

  1. 01 υπερόπτης, αλαζονικός, αυταρχικός
傲慢無礼 ごうまんぶれい

ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονεία και αυθάδεια
傲岸無礼 ごうがんぶれい

ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονεία, υπεροψία
傲倨 ごうきょ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερήφανος, αλαζονικός, αυθάδης, περήφανος
  1. 01 είμαι περήφανος