9 αποτελέσματα για «僅»

僅か わずか N3

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 λίγο, μικρός, ελάχιστος, ασήμαντος, πενιχρός, στενός (για περιθώριο)
  2. 02 μόνο, απλώς
僅差 きんさ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή διαφορά, οριακή διαφορά
僅かしか わずかしか

άλλο

  1. 01 μόνο λίγο
僅少 きんしょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 λιγοστός, ελάχιστος, μικρός, ασήμαντος, αμελητέος, στενός (για περιθώριο)
僅々 きんきん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 μόλις, απλώς, μόνον, όχι παραπάνω από
僅かに わずかに

επίρρημα

  1. 01 ελαφρώς, λίγο
  2. 02 ίσα ίσα, οριακά
  3. 03 μόνο, αποκλειστικά, απλώς
僅少差 きんしょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 οριακή πλειοψηφία, μικρή διαφορά
僅かながら わずかながら

άλλο

  1. 01 έστω και λίγο, μικρή ποσότητα
  1. 01 λίγο, ελάχιστα