13 αποτελέσματα για «僕»

ぼく N4

αντωνυμία, ουσιαστικό

  1. 01 εγώ
  2. 02 εσύ
  3. 03 υπηρέτης
僕たち ぼくたち

αντωνυμία

  1. 01 εμείς
僕ら ぼくら

αντωνυμία

  1. 01 εμείς
しもべ

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης, οικιακός βοηθός, δούλος
僕んとこ ぼくんとこ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 στο σπίτι μου, στον δικό μου χώρο
僕婢 ぼくひ

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτες και υπηρέτριες
僕女 ぼくおんな

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που χρησιμοποιεί την αντωνυμία 'μπόκου', που συνήθως αφορά άνδρες, για να αναφερθεί στον εαυτό της
僕んち ぼくんち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 το σπίτι μου
僕仲間 ぼくなかま

ουσιαστικό

  1. 01 συνάδελφος, συναπόφοιτος, σύντροφος στην υπηρεσία
やつがれ

αντωνυμία

  1. 01 εγώ, εμένα
僕的 ぼくてき

επίθετο

  1. 01 προσωπικός μου (π.χ. άποψη)
僕ちん ぼくちん

αντωνυμία

  1. 01 εγώ, εμένα (παιδική ή χαϊδευτική έκφραση για τον εαυτό)
  1. 01 εμένα
  2. 02 εγώ (για άντρα)
  3. 03 υπηρέτης
  4. 04 υπηρέτης, δούλος