35 αποτελέσματα για «僧»

そう N3

ουσιαστικό

  1. 01 μοναχός, ιερέας
  2. 02 σάνγκα (η βουδιστική κοινότητα)
僧侶 そうりょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερέας, μοναχός, βόνζος
僧兵 そうへい

ουσιαστικό

  1. 01 ένοπλος μοναχός, πολεμιστής μοναχός
僧正 そうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερος βουδιστής ιερέας
僧院 そういん

ουσιαστικό

  1. 01 μοναστήρι, ναός
僧衣 そうい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία ιερέα
僧形 そうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή βουδιστή ιερέα, ιερατική αμφίεση
僧服 そうふく

ουσιαστικό

  1. 01 άμφιο ιερέα
僧都 そうず

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστής ιερέας
僧籍 そうせき

ουσιαστικό

  1. 01 μητρώο ιερέων
僧帽筋 そうぼうきん

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζοειδής μυς
僧帽弁 そうぼうべん

ουσιαστικό

  1. 01 μιτροειδής βαλβίδα, δίπτυχη βαλβίδα
僧職 そうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ιεροσύνη
僧門 そうもん

ουσιαστικό

  1. 01 ιεροσύνη, βουδισμός
僧坊 そうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 μοναστικά καταλύματα, κελιά μοναχών
僧俗 そうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 κληρικοί και λαϊκοί
僧尼 そうに

ουσιαστικό

  1. 01 μοναχοί και μοναχές
僧徒 そうと

ουσιαστικό

  1. 01 ιερείς, μοναχοί
僧堂 そうどう

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα διαλογισμού ναού ή ορισμένα άλλα κτίρια του ναού
僧衆 そうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο πλήθος ιερέων