13 αποτελέσματα για «僭»

僭越ながら せんえつながら

άλλο

  1. 01 με το συμπάθειο, με την άδειά σας
僭越 せんえつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 προκλητικός, υπερόπτης, θρασύς, αυθάδης, αναιδής
僭称 せんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυθαίρετη οικειοποίηση, αλαζονική χρήση (τίτλου)
僭主 せんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σφετεριστής, τύραννος
僭上 せんじょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αυθάδεια, θράσος, προπέτεια, αναίδεια
僭王 せんおう

ουσιαστικό

  1. 01 σφετεριστής βασιλιάς
僭する せんする

ρήμα

  1. 01 σφετερίζομαι με αλαζονεία
僭主制 せんしゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 τυραννία
僭位 せんい

ουσιαστικό

  1. 01 σφετερισμός θρόνου
僭用 せんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερβαίνω την εξουσιοδότησή μου για τη χρήση κάποιου πράγματος
僭上越権 せんじょうえっけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρβαση εξουσίας (αρμοδιότητας, δικαιοδοσίας), κατάχρηση νόμιμης εξουσίας, πράξη καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires)
僭す せんす

ρήμα

  1. 01 σφετερίζομαι με αλαζονεία
  1. 01 σφετερίζομαι αλαζονικά