13 αποτελέσματα για «儲»

儲ける もうける N2

ρήμα

  1. 01 κερδίζω, αποκομίζω κέρδος, εισπράττω
  2. 02 αποκτώ παιδί, γεννώ
  3. 03 έχω μια τύχη, τυχαίνω ευνοϊκής συγκυρίας
儲かる もうかる N2

ρήμα

  1. 01 αποδίδω κέρδος, είμαι κερδοφόρος
儲け もうけ

ουσιαστικό

  1. 01 κέρδος, έσοδα
  2. 02 απρόσμενη τύχη
儲け話 もうけばなし

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση για κερδοφόρα ευκαιρία, ιδέα για εύκολο πλουτισμό, πρόταση γρήγορου πλουτισμού
しんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φανατικός θαυμαστής, οπαδός, ένθερμος υποστηρικτής
儲け口 もうけぐち

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοφόρα εργασία, τρόπος για γρήγορο κέρδος
儲かりまっか もうかりまっか

άλλο

  1. 01 βγάζεις λεφτά;
儲け主義 もうけしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπικός προσανατολισμός
儲け役 もうけやく

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοφόρα θέση
儲けもの もうけもの

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαιρία, αναπάντεχο κέρδος, δώρο εξ ουρανού, εξαιρετική αγορά
儲位 ちょい

ουσιαστικό

  1. 01 κληρονομικό δικαίωμα
儲け付くで もうけづくで

άλλο

  1. 01 για επένδυση
  2. 02 για να βγάλω χρήματα
  1. 01 είμαι κερδοφόρος
  2. 02 αποδίδω κέρδος