4 αποτελέσματα για «允»

允許 いんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άδεια, έγκριση
允可 いんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άδεια, συγκατάθεση, συμμόρφωση
允文允武 いんぶんいんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κατέχω τις τέχνες των γραμμάτων και των όπλων
  1. 01 άδεια
  2. 02 ειλικρίνεια
  3. 03 άδεια