25 αποτελέσματα για «兎»
兎に角 とにかく
επίρρημα
- 01 τέλος πάντων, ούτως ή άλλως, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον, απλώς
- 02 αφήνοντας κατά μέρος, ανεξαρτήτως
- 03 πραγματικά, αληθινά, οπωσδήποτε, σίγουρα, αναμφισβήτητα
兎も角 ともかく
επίρρημα
- 01 οπωσδήποτε, έτσι κι αλλιώς, κάπως, γενικά μιλώντας, σε κάθε περίπτωση, ό,τι κι αν ισχύει
- 02 εκτός από, αφήνοντας κατά μέρος
兎もあれ ともあれ
επίρρημα
- 01 τέλος πάντων, ούτως ή άλλως
兎 うさぎ N3
ουσιαστικό
- 01 λαγός, κουνέλι, λαγόμορφο (ιδιαίτερα τα λαγοειδή)
兎にも角にも とにもかくにも
επίρρημα
- 01 έτσι κι αλλιώς, ούτως ή άλλως, σε κάθε περίπτωση, τέλος πάντων
兎角 とかく
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό
- 01 κάνω διάφορα πράγματα, κάνω το ένα και το άλλο
- 02 έχω την τάση να, επιρρεπής στο να
- 03 εν πάση περιπτώσει, τέλος πάντων, έτσι κι αλλιώς
- 04 κάθε είδους (αρνητικά πράγματα), διάφορα
- 05 πράγματα που δεν υπάρχουν, κέρατα λαγού
兎耳 うさぎみみ
ουσιαστικό
- 01 μακριά αυτιά, κουτσομπόλης
兎馬 うさぎうま
ουσιαστικό
- 01 γάιδαρος
兎も角も ともかくも
επίρρημα
- 01 οπωσδήποτε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, γενικά μιλώντας, σε κάθε περίπτωση, είτε έτσι είτε αλλιώς
兎肉 とにく
ουσιαστικό
- 01 κρέας κουνελιού
兎の毛 うのけ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ελάχιστη ποσότητα, μόλις μια τρίχα, τρίχωμα λαγού
兎狩り うさぎがり
ουσιαστικό
- 01 κυνήγι λαγού
兎唇 いぐち
ουσιαστικό
- 01 λαγόχειλο, σχιστία χείλους
兎唇 としん
ουσιαστικό
- 01 λαγόχειλο
兎や角 とやかく
επίρρημα
- 01 αυτά και εκείνα, διάφορα πράγματα, το ένα και το άλλο
兎汁 うさぎじる
ουσιαστικό
- 01 σούπα λαγού
兎口 すぐち
ουσιαστικό
- 01 λαγώχειλο, σχιστία χείλους
兎眼 とがん
ουσιαστικό
- 01 λαγόφθαλμος, μάτι του λαγού
兎結び うさぎむすび
ουσιαστικό
- 01 θηλειωτός κόμπος
兎網 うさぎあみ
ουσιαστικό
- 01 δίχτυ για το κυνήγι λαγών