12 αποτελέσματα για «冊»

さつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αριθμητικό για βιβλία
  2. 02 τόμος
冊子 さっし

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο, φυλλάδιο, παραμύθι, μπροσούρα, τετράδιο
冊数 さっすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός βιβλίων
冊封 さくほう

ουσιαστικό

  1. 01 απονομή τίτλου ευγενείας με αυτοκρατορικό διάταγμα (στην αρχαία Κίνα), έγγραφο απονομής τίτλου ευγενείας
冊封使 さくほうし

ουσιαστικό

  1. 01 διαπιστευμένος κινέζος απεσταλμένος σε γειτονικά βασίλεια
冊立 さくりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοκρατορική ανακήρυξη, εγκατάσταση
冊封体制 さくほうたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα φόρου υποτελείας (της Αυτοκρατορικής Κίνας)
さく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό διάταγμα για την απονομή τίτλων ευγενείας (στην αρχαία Κίνα)
冊子版 さっしばん

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπη έκδοση (σε αντίθεση με την ψηφιακή)
冊子体 さっしたい

ουσιαστικό

  1. 01 δεμένη μορφή (εντύπου ή βιβλίου· σε αντίθεση με ένα μεμονωμένο φύλλο, κύλινδρο, κ.λπ.)
冊子本 さっしぼん

ουσιαστικό

  1. 01 δεμένο βιβλίο
  1. 01 τόμος
  2. 02 μετρητική λέξη για βιβλία
  3. 03 τόμος