6 αποτελέσματα για «冶»

ουσιαστικό

  1. 01 τήξη
冶金 やきん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλουργία
冶工 やこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλουργός
冶金学 やきんがく

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλουργία (η επιστήμη)
冶金学者 やきんがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλουργός
  1. 01 τήξη
  2. 02 εκκαμίνευση