12 αποτελέσματα για «准»

准将 じゅんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιπλοίαρχος, ταξίαρχος
准教授 じゅんきょうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αναπληρωτής καθηγητής
准尉 じゅんい

ουσιαστικό

  1. 01 ανθυπασπιστής
准男爵 じゅんだんしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 βαρονέτος
准士官 じゅんしかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθυπασπιστής
准看護師 じゅんかんごし

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός νοσηλευτής, πρακτικός νοσηλευτής
准看 じゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός νοσηλευτής, πρακτικός νοσηλευτής
准胝観音 じゅんでいかんのん

ουσιαστικό

  1. 01 Τζουντέι Κάννον (εκδήλωση του Αβαλοκιτεσβάρα)
准看護婦 じゅんかんごふ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός νοσηλεύτρια, πρακτική νοσοκόμα
准許 じゅんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγκριση, επικύρωση
准空尉 じゅんくうい

ουσιαστικό

  1. 01 ανθυπασπιστής (της ιαπωνικής αεροπορικής αυτοάμυνας)
  1. 01 σχεδόν-
  2. 02 ημι-
  3. 03 αναπληρωτής