4 αποτελέσματα για «凋»

凋落 ちょうらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακμή, κατάπτωση, φθορά, μαρασμός
凋尽 ちょうじん

ουσιαστικό

  1. 01 μαρασμός, φθορά, παρακμή
凋残 ちょうざん

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατεστραμμένος, μαραμένος
  1. 01 μαραίνομαι
  2. 02 γέρνω
  3. 03 χωλαίνω