5 αποτελέσματα για «几»

几帳面 きちょうめん N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μεθοδικός, ακριβής, σχολαστικός, ευσυνείδητος, τακτικός, συνεπής
  2. 02 ξύλινος στύλος που έχει σκαλιστεί έτσι ώστε να έχει στρογγυλεμένη γωνία με αυλακώσεις που διατρέχουν και τις δύο πλευρές του
おしまずき

ουσιαστικό

  1. 01 μπράτσο καρέκλας
  2. 02 γραφείο, τραπέζι
几帳 きちょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραβάν (κειτσό)
几案 きあん

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο
  1. 01 τραπέζι
  2. 02 περίφραξη τραπεζιού
  3. 03 ριζικό τραπεζιού ή ανέμου (αριθμός 16)