38 αποτελέσματα για «凡»

凡ゆる あらゆる

άλλο

  1. 01 κάθε, όλος
凡人 ぼんじん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός άνθρωπος, μέσος άνθρωπος, μέτριος άνθρωπος
凡庸 ぼんよう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μέτριος, συνηθισμένος, κοινότοπος, τετριμμένος
ぼん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος, κοινός, μέτριος
凡そ およそ

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 περίπου, σχεδόν, κατά προσέγγιση
  2. 02 γενικά, στο σύνολό του, κατά κανόνα
  3. 03 εντελώς, τελείως, καθόλου (με αρνητικό ρήμα)
  4. 04 περίγραμμα, ουσία
凡夫 ぼんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος άνθρωπος
  2. 02 αφώτιστος άνθρωπος
凡百 ぼんぴゃく

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορος, ποικίλος, όλων των ειδών
凡俗 ぼんぞく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μετριότητα, το πλήθος, οι κοινοί θνητοί
凡ミス ぼんミス

ουσιαστικό

  1. 01 απλό λάθος, λάθος από απροσεξία
凡才 ぼんさい

ουσιαστικό

  1. 01 μετριότητα, συνηθισμένη ικανότητα
凡愚 ぼんぐ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κοινός άνθρωπος, ανόητος κοινός θνητός
凡骨 ぼんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος άνθρωπος
凡退 ぼんたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απλή αποχώρηση, γρήγορη έξοδος χωρίς επιτυχία
凡作 ぼんさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτριο έργο, κακό έργο
凡打 ぼんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εύκολο φλάι (μπαλάκι που χτυπιέται ψηλά και πιάνεται εύκολα)
  2. 02 εύκολη μπαλιά εδάφους (εύκολο χτύπημα που κυλάει στο έδαφος και αποκρούεται εύκολα)
凡事 ぼんじ

ουσιαστικό

  1. 01 λογικό πράγμα, φυσικό φαινόμενο
凡例 はんれい

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγικές σημειώσεις (στην αρχή ενός βιβλίου), επεξηγηματικά σχόλια, οδηγίες χρήσης (π.χ. ενός λεξικού)
  2. 02 υπόμνημα (σε χάρτες, σχέδια, κ.λπ.)
凡々 ぼんぼん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 συνηθισμένος, κοινός
凡眼 ぼんがん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή οπτική γωνία, μάτια κοινού θνητού
凡慮 ぼんりょ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός νους, συνηθισμένοι άνθρωποι