159 αποτελέσματα για «利»

利用 りよう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρήση, αξιοποίηση, εφαρμογή
利益 りえき N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κέρδος, όφελος
  2. 02 όφελος, πλεονέκτημα, καλό, συμφέροντα (π.χ. της κοινωνίας)
  3. 03 χάρη (του Θεού, του Βούδα κ.λπ., ειδικά όπως αποκτάται μέσω δίκαιων πράξεων, προσευχής, προσήλωσης στην πίστη κάποιου), ευλογία, θαύμα

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονέκτημα, όφελος, κέρδος, τόκος, συμφέρον
利害 りがい N2

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, συμφέροντα (μερών)
利点 りてん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονέκτημα, όφελος, υπέρ
利用者 りようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χρήστης, τελικός χρήστης, καταναλωτής, πελάτης (σε βιβλιοθήκη ή ίδρυμα), πελάτης, εντολέας
利用価値 りようかち

ουσιαστικό

  1. 01 αξία χρήσης
利権 りけん

ουσιαστικό

  1. 01 συμφέρον, δικαιώματα, παραχώρηση
利口 りこう N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έξυπνος, ευφυής, σοφός, συνετός, οξυδερκής
  2. 02 φρόνιμος, υπάκουος, καλός (ειδικά για παιδιά και κατοικίδια)
利子 りし N1

ουσιαστικό

  1. 01 τόκος (επί καταθέσεως, δανείου κ.λπ.)
利己的 りこてき

επίθετο

  1. 01 εγωιστικός, φιλάυτος, ιδιοτελής
利き腕 ききうで

ουσιαστικό

  1. 01 κυρίαρχο χέρι
利便性 りべんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ευκολία, χρηστικότητα
利害関係 りがいかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συμφέροντα, διακύβευμα
利発 りはつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έξυπνος, οξύνους, ευφυής
利息 りそく N1

ουσιαστικό

  1. 01 τόκος (επί δανείου, καταθέσεων κ.λπ.)
利き手 ききて

ουσιαστικό

  1. 01 κυρίαρχο χέρι
  2. 02 ικανό άτομο, δεξιοτέχνης
利する りする

ρήμα

  1. 01 κερδίζω, ωφελούμαι, αποκομίζω όφελος
  2. 02 ωφελώ, ευεργετώ, παρέχω όφελος
  3. 03 αξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι, χρησιμοποιώ προς όφελός μου
利根 りこん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευφυΐα, εξυπνάδα, έμφυτη κλίση
利用客 りようきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 χρήστης, πελάτης