6 αποτελέσματα για «刮»

刮目 かつもく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσεκτική παρατήρηση, έντονο ενδιαφέρον
刮ぐ こそぐ

ρήμα

  1. 01 ξύω, ξύνω, αποξέω
刮げる こそげる

ρήμα

  1. 01 ξύνοντας αφαιρώ, αποξέω
刮眼 かつがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στενή προσοχή, ενδιαφέρον (παρακολούθηση με) έντονο ενδιαφέρον
刮痧 かっさ

ουσιαστικό

  1. 01 γκουά σα (παραδοσιακή κινεζική θεραπευτική μέθοδος)
  1. 01 ξύνω, αποξέω