7 αποτελέσματα για «券»

けん N3

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο, κουπόνι, ομόλογο, πιστοποιητικό
券売機 けんばいき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματος πωλητής εισιτηρίων, μηχάνημα έκδοσης εισιτηρίων
券面 けんめん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσοψη (ομολόγου, γραμματίου κ.λπ.)
券文 けんもん

ουσιαστικό

  1. 01 ομόλογο, τίτλος ιδιοκτησίας, συμβόλαιο
券面額 けんめんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ονομαστική αξία (ομολόγου, επιταγής, κ.λπ.), ονομαστικό ποσό
券売所 けんばいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτήριο εισιτηρίων, γκισέ πώλησης εισιτηρίων
  1. 01 εισιτήριο