4 αποτελέσματα για «則»
則る のっとる
ρήμα
- 01 ακολουθώ (κανόνα, προηγούμενο, στυλ κ.λπ.), εναρμονίζομαι με, συμμορφώνομαι με
則 そく
επίθημα, άλλο, ουσιαστικό
- 01 μετρητική μονάδα για κανόνες
- 02 κανόνας, κανονισμός
則天去私 そくてんきょし
ουσιαστικό
- 01 ανιδιοτελής αφοσίωση στη δικαιοσύνη
則
- 01 κανόνας
- 02 νόμος
- 03 ακολουθώ
- 04 βασίζομαι σε
- 05 παίρνω ως πρότυπο