5 αποτελέσματα για «剔»

剔抉 てっけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόρυξη, βίαιη αφαίρεση
  2. 02 αποκάλυψη (σκανδάλου, απάτης, κ.λπ.)
てき

ουσιαστικό

  1. 01 κοπή
剔出 てきしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαγωγή, αφαίρεση, εκτομή
剔除 てきじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίρεση (στη χειρουργική)
  1. 01 κόψιμο