24 αποτελέσματα για «剛»

ごう

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη, αντοχή, γενναιότητα, τόλμη
剛直 ごうちょく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ακεραιότητα, ηθικό σθένος, αυστηρότητα
剛毅 ごうき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ψυχική αντοχή, σταθερότητα χαρακτήρα, στιβαρότητα, εσωτερική δύναμη, θάρρος
剛毛 ごうもう

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρή τρίχα, χοντρή τρίχα
剛速球 ごうそっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτατη μπαλιά, βολίδα
剛の者 ごうのもの

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ δυνατός άνθρωπος, γενναίος πολεμιστής, βετεράνος
剛健 ごうけん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σφρίγος, ευρωστία, ανδροπρέπεια, υγεία, ευρωστία
剛性 ごうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακαμψία, δυσκαμψία
剛勇 ごうゆう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανδρεία, γενναιότητα
剛体 ごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 στερεό σώμα
剛柔 ごうじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρότητα και μαλακότητα
剛腹 ごうふく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πεισματάρικος χαρακτήρας, ισχυρογνωμοσύνη
剛愎 ごうふく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πεισματάρικος χαρακτήρας, ισχυρογνωμοσύνη
剛強 ごうきょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη, σταθερότητα
剛と柔 ごうとじゅう

άλλο

  1. 01 σκληρότητα και μαλακότητα
剛球 ごうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορη και δυνατή μπάλα, φαστ-μπολ
剛毅果断 ごうきかだん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ατρόμητος και αποφασιστικός, με σθένος και αποφασιστικότητα
剛勇無比 ごうゆうむひ

ουσιαστικό

  1. 01 ασύγκριτος σε ανδρεία, αξεπέραστος σε γενναιότητα
剛臆 ごうおく

ουσιαστικό

  1. 01 θάρρος και δειλία
剛果 ごうか

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρεία και αποφασιστικότητα (θάρρος)