13 αποτελέσματα για «剪»
剪定 せんてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλάδεμα, περικοπή
剪刀 せんとう
ουσιαστικό
- 01 ψαλίδι (ειδικότερα χειρουργικό ψαλίδι)
剪る きる
ρήμα
- 01 κόβω, κλαδεύω, ψαλιδίζω (κλαδιά, φύλλα, λουλούδια, κ.λπ.)
剪定鋏 せんていばさみ
ουσιαστικό
- 01 ψαλίδι κλαδέματος
剪枝 せんし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλάδεμα (δέντρων, θάμνων κ.λπ.)
剪裁 せんさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κόψιμο, κλάδεμα, ψαλίδισμα, περικοπή
剪毛 せんもう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κούρεμα μαλλιού (πρόβατου)
剪除 せんじょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκοπή, αφαίρεση
剪裁機 せんさいき
ουσιαστικό
- 01 μηχανή κοπής
剪断安定性 せんだんあんていせい
ουσιαστικό
- 01 αντοχή στη διάτμηση
剪断加工 せんだんかこう
ουσιαστικό
- 01 κοπή με ψαλίδι
剪定器 せんていき
ουσιαστικό
- 01 κλαδευτήρι
剪
- 01 κόβω
- 02 ψαλιδίζω
- 03 κόβω