7 αποτελέσματα για «剽»

剽軽 ひょうきん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αστειευόμενος, κωμικός, διασκεδαστικός
剽悍 ひょうかん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αγριωπός, τολμηρός, βίαιος, ατρόμητος
剽窃 ひょうせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λογοκλοπή
剽げる ひょうげる

ρήμα

  1. 01 αστειεύομαι, κάνω πλάκα
剽盗 ひょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ληστής της οδού
剽悍無比 ひょうかんむひ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασύγκριτα άγριος και ευκίνητος, ατρόμητος και ευέλικτος χωρίς προηγούμενο
  1. 01 απειλή