5 αποτελέσματα για «劈»

劈く つんざく

ρήμα

  1. 01 σπάω, σχίζω, διαπερνώ, διασπώ, εκρήγνυμαι
へき

ουσιαστικό

  1. 01 σπάω, σχίζω, διαπερνώ, διαχωρίζω, εκρήγνυμαι
劈頭 へきとう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, ξεκίνημα, απαρχή, έναρξη
劈頭第一 へきとうだいいち

ουσιαστικό

  1. 01 εξαρχής, στην αρχή αρχή, κατά πρώτον, για αρχή, προπάντων
  1. 01 σπάω
  2. 02 σκίζω
  3. 03 σχίζω