30 αποτελέσματα για «勅»
勅命 ちょくめい
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική διαταγή
勅使 ちょくし
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικός απεσταλμένος, αυτοκρατορικός αγγελιοφόρος
勅令 ちょくれい
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό διάταγμα
勅許 ちょっきょ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική έγκριση, βασιλικό καταστατικό, εγκεκριμένος (π.χ. εγκεκριμένος λογιστής)
勅書 ちょくしょ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό διάταγμα
勅語 ちょくご
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό διάταγμα
勅撰集 ちょくせんしゅう
ουσιαστικό
- 01 ανθολογία ποίησης που εκδόθηκε κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής
勅撰 ちょくせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοκρατορική επιμέλεια, λογοτεχνικό έργο γραμμένο κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής
勅任 ちょくにん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικός διορισμός
勅任官 ちょくにんかん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικός διορισμένος
勅旨 ちょくし
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική διαταγή, αυτοκρατορική βούληση
勅諚 ちょくじょう
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική εντολή, αυτοκρατορικό διάταγμα, αυτοκρατορική διαταγή
勅撰和歌集 ちょくせんわかしゅう
ουσιαστικό
- 01 ποιητικές συλλογές που συγκεντρώθηκαν κατόπιν εντολής του Αυτοκράτορα (από το 905 έως το 1439), αυτοκρατορική συλλογή ποίησης
勅諭 ちょくゆ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική οδηγία
勅願 ちょくがん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική δέηση
勅勘 ちょっかん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική μομφή
勅答 ちょくとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοκρατορική απάντηση, απάντηση προς τον αυτοκράτορα
勅選 ちょくせん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική επιλογή
勅額 ちょくがく
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό διάταγμα
勅使門 ちょくしもん
ουσιαστικό
- 01 πύλη αυτοκρατορικού απεσταλμένου, πύλη ναού που χρησιμοποιείται από τον αυτοκρατορικό απεσταλμένο