11 αποτελέσματα για «勲»
勲章 くんしょう
ουσιαστικό
- 01 παράσημο, διάκριση, μετάλλιο
勲 くん
ουσιαστικό
- 01 αξία, παράσημο (ειδικότερα, τάγμα αριστείας)
勲功 くんこう
ουσιαστικό
- 01 αξιόλογες υπηρεσίες, διακεκριμένα επιτεύγματα
勲 いさお
ουσιαστικό
- 01 επίτευγμα, κατόρθωμα, εξέχουσα υπηρεσία, αξιέπαινη πράξη
勲一等 くんいっとう
ουσιαστικό
- 01 παράσημο πρώτης τάξης
勲爵 くんしゃく
ουσιαστικό
- 01 ευγενή αξιώματα και παράσημα
勲位 くんい
ουσιαστικό
- 01 παράσημο, τιμητική διάκριση
勲等 くんとう
ουσιαστικό
- 01 παράσημο αξίας, μετάλλιο ανδραγαθίας
- 02 τάξη παρασήμου (πρώτη, δεύτερη κ.λπ.), κλάση διάκρισης
勲記 くんき
ουσιαστικό
- 01 τιμητικός τίτλος που συνοδεύει την απονομή παρασήμου
勲し いさおし
ουσιαστικό, άλλο
- 01 επίτευγμα, κατόρθωμα, διακεκριμένη υπηρεσία
- 02 γενναίος, ανδρείος, θαρραλέος
- 03 επιμελής, εργατικός
- 04 αξιέπαινος, με διακεκριμένη υπηρεσία
勲
- 01 άξια πράξη, ανδραγάθημα
- 02 αξία, προτέρημα, αρετή