13 αποτελέσματα για «勾»

勾配 こうばい

ουσιαστικό

  1. 01 κλίση, κατηφόρα, ανηφόρα
  2. 02 κλίση (γραμμικής συνάρτησης)
  3. 03 βαθμίδα (διανυσματικός λογισμός)
勾玉 まがたま

ουσιαστικό

  1. 01 μαγκατάμα, χάντρα σε σχήμα κόμματος από την προϊστορική Ιαπωνία, συνήθως κατασκευασμένη από νεφρίτη
勾留 こうりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προφυλάκιση, κράτηση
勾引 こういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη, κράτηση, προσαγωγή, απαγωγή
勾股弦 こうこげん

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις πλευρές ορθογώνιου τριγώνου (κάθετη πλευρά μικρή, κάθετη πλευρά μεγάλη και υποτείνουσα)
勾引状 こういんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ένταλμα σύλληψης
勾留状 こうりゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ένταλμα προσωρινής κράτησης
勾引し かどわかし

ουσιαστικό

  1. 01 απαγωγέας
勾引す かどわす

ρήμα

  1. 01 απαγάγω
勾股弦の定理 こうこげんのていり

ουσιαστικό

  1. 01 πυθαγόρειο θεώρημα
勾配天井 こうばいてんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κεκλιμένη οροφή
勾配消失問題 こうばいしょうしつもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα εξαφάνισης της κλίσης (στη μηχανική μάθηση)
  1. 01 λυγίζω
  2. 02 κλίνω
  3. 03 συλλαμβάνω