15 αποτελέσματα για «匂»

匂い におい N4

ουσιαστικό

  1. 01 μυρωδιά, άρωμα, ευωδιά, οσμή, δυσοσμία, βρόμα
  2. 02 αύρα, αχνή αίσθηση, νότα, ίχνος, γεύση, διάθεση, ατμόσφαιρα
  3. 03 αχνό, νεφελώδες σχέδιο κατά μήκος της γραμμής σκλήρυνσης ενός ιαπωνικού σπαθιού
匂いがする においがする

άλλο, ρήμα

  1. 01 μυρίζω, έχω μυρωδιά
匂う におう N2

ρήμα

  1. 01 ευωδιάζω, μυρίζω ευχάριστα
  2. 02 μυρίζω άσχημα, βρωμάω
  3. 03 λάμπω, ακτινοβολώ
  4. 04 προδίδω, υποδηλώνω, αφήνω να εννοηθεί
匂い立つ においたつ

ρήμα

  1. 01 μοσχοβολώ, εκπέμπω άρωμα, περιβάλλομαι από μυρωδιά
  2. 02 ακτινοβολώ, είμαι ελκυστικός
匂わす におわす

ρήμα

  1. 01 αναδίδω (μυρωδιά, άρωμα), μυρίζω (κάτι), αρωματίζω (έναν χώρο κ.ά.)
  2. 02 υπαινίσσομαι, υπονοώ
匂い袋 においぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικό πουγκί
  2. 02 αδένας οσμής
匂やか におやか

επίθετο

  1. 01 ευωδιαστός, αρωματικός
  2. 02 λαμπερός, γυαλιστερός και όμορφος
匂いやか においやか

επίθετο

  1. 01 ευωδιαστός, αρωματικός
  2. 02 λαμπερός, στιλπνός και όμορφος
匂わせ女 におわせおんな

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που υπονοεί ότι έχει σχέση (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης)
匂い油 においあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματισμένο λάδι μαλλιών
匂菫 においすみれ

ουσιαστικό

  1. 01 μοσχοβιολέτα (Viola odorata)
匂い菖蒲 においしょうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματική ίριδα, άκορος, ίριδα
匂わせる におわせる

ρήμα

  1. 01 αναδίδω (μυρωδιά, άρωμα), μυρίζω, αρωματίζω (ένα δωμάτιο κ.λπ.)
  2. 02 υπαινίσσομαι, υπονοώ, αφήνω να εννοηθεί
匂桜 においざくら

ουσιαστικό

  1. 01 κερασιά με αρωματικά άνθη
  1. 01 ευωδιαστός
  2. 02 βρομάω
  3. 03 λάμπω
  4. 04 υπονοώ
  5. 05 (κοκουτζί)