68 αποτελέσματα για «包»

包む つつむ N4

ρήμα

  1. 01 τυλίγω, πακετάρω, συσκευάζω, δένω σε δέμα
  2. 02 καλύπτω, περιβάλλω, σκεπάζω, καταπίνω, τυλίγω
  3. 03 κρύβω (ένα συναίσθημα), αποκρύπτω
  4. 04 δίνω (χρήματα σε φάκελο, ως δώρο γάμου, προσφορά κηδείας κ.λπ.)
包み込む つつみこむ

ρήμα

  1. 01 τυλίγω
包丁 ほうちょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι κουζίνας
  2. 02 μαγείρεμα, φαγητό
包み つつみ N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 δέμα, πακέτο, δεμάτι
  2. 02 μετρητική λέξη για τυλιγμένα αντικείμενα
包み ぐるみ

επίθημα

  1. 01 συμπεριλαμβανομένου (όλου), γενικός (π.χ. εταιρικός), με (όλους), που αφορά το σύνολο, όλος
包帯 ほうたい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίδεσμος, επίδεση
包囲 ほうい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πολιορκία, κύκλωση, περιζώσιμο, περικύκλωση
包囲網 ほういもう

ουσιαστικό

  1. 01 κλοιός, περίκλειση, στενή πολιορκία
包み隠す つつみかくす

ρήμα

  1. 01 αποκρύπτω, κρατώ μυστικό, συγκαλύπτω
包装 ほうそう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκευασία, τύλιγμα
パオ

ουσιαστικό

  1. 01 γιούρτα (στρογγυλή φορητή σκηνή)
ほう

άλλο

  1. 01 μετρητής συσκευασμένων αγαθών (ειδικότερα για φάρμακα σε μορφή σκόνης)
包容力 ほうようりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ανοχή, ευρύτητα πνεύματος
包み紙 つつみがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί περιτυλίγματος
包装紙 ほうそうし

ουσιαστικό

  1. 01 περιτυλιτικό χαρτί
包まる くるまる

ρήμα

  1. 01 τυλίγομαι (π.χ. σε μια κουβέρτα), καλύπτομαι
包む くるむ

ρήμα

  1. 01 τυλίγω (σε), ρολάρω (σε), καλύπτω (σε)
包皮 ほうひ

ουσιαστικό

  1. 01 ακροποσθία
包括 ほうかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπερίληψη, πλήρης κάλυψη, περιεκτικότητα
包括的 ほうかつてき

επίθετο

  1. 01 περιεκτικός, συνολικός, σφαιρικός