6 αποτελέσματα για «匪»
匪賊 ひぞく
ουσιαστικό
- 01 ληστής, αντάρτης
匪徒 ひと
ουσιαστικό
- 01 ληστής
匪躬 ひきゅう
ουσιαστικό
- 01 αυτοθυσιαστική προσφορά
匪団 ひだん
ουσιαστικό
- 01 συμμορία ληστών
匪石之心 ひせきのこころ
ουσιαστικό
- 01 ακλόνητη αφοσίωση, σταθερότητα στις πεποιθήσεις, καρδιά που δεν αλλάζει τόσο εύκολα όσο μια πέτρα που κυλάει
匪
- 01 άρνηση
- 02 κακός άνθρωπος, κακοποιός