51 αποτελέσματα για «卒»

卒業 そつぎょう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφοίτηση, ολοκλήρωση (ενός κύκλου σπουδών)
  2. 02 προχωρώ, ξεπερνώ (κάτι), αφήνω πίσω
  3. 03 αποχωρώ (από ομάδα, εταιρεία κ.λπ.), παραιτούμαι, εγκαταλείπω
卒業式 そつぎょうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή αποφοίτησης
卒業生 そつぎょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος
卒業後 そつぎょうご

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μετά την αποφοίτηση
卒倒 そっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λιποθυμία, λιποθυμικό επεισόδιο
そつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερος στρατιώτης
  2. 02 αποφοίτηση
  3. 03 απομάκρυνση (από), ξεπερνώ (κάτι)
  4. 04 χαμηλόβαθμος σαμουράι (1870-1872)
  5. 05 θάνατος (ευγενούς κ.ά.)
卒業証書 そつぎょうしょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχίο, απολυτήριο
卒業アルバム そつぎょうアルバム

ουσιαστικό

  1. 01 αναμνηστικό λεύκωμα αποφοίτησης, λεύκωμα σχολικής χρονιάς, λεύκωμα αποφοίτησης
卒業試験 そつぎょうしけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξετάσεις αποφοίτησης, τελική δοκιμασία αποφοίτησης
卒論 そつろん

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχιακή εργασία
卒業旅行 そつぎょうりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 εκδρομή αποφοίτησης
卒業制作 そつぎょうせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτεχνικό έργο που εκπονείται ως υποκατάστατο της πτυχιακής εργασίας σε σχολή καλών τεχνών
卒然 そつぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ξαφνικός, απρόσμενος, αναπάντεχος, απότομος
卒アル そつアル

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικό λεύκωμα, επετηρίδα, αναμνηστικό λεύκωμα αποφοίτησης
卒塔婆 そとば

ουσιαστικό

  1. 01 στούπα, νταγκόμπα
  2. 02 ξύλινη επιτύμβια πλάκα
卒中 そっちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εγκεφαλικό επεισόδιο, αποπληξία
卒業論文 そつぎょうろんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχιακή εργασία
卒なく そつなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 άψογα, χωρίς λάθη, αλάνθαστα
卒園 そつえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση νηπιαγωγείου, αποφοίτηση από το νηπιαγωγείο
卒園式 そつえんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή αποφοίτησης νηπιαγωγείου