61 αποτελέσματα για «協»

協力 きょうりょく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία, βοήθεια, υποστήριξη
協議 きょうぎ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνέδριο, διαβούλευση, συζήτηση, διαπραγμάτευση
協力者 きょうりょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργάτης, συνεργαζόμενο πρόσωπο, συνάδελφος, σύμμαχος
協会 きょうかい N1

ουσιαστικό

  1. 01 σύλλογος, ένωση, σωματείο, οργάνωση
協定 きょうてい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία, σύμφωνο, διακανονισμός
協力的 きょうりょくてき

επίθετο

  1. 01 συνεργάσιμος, βοηθητικός
協力関係 きょうりょくかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργατική σχέση, σχέση συνεργασίας, συνεργατικές σχέσεις, συνεργατική δομή, συνεργατικοί δεσμοί, συνεργατική συμμαχία, εταιρική σχέση, στενοί δεσμοί, σύνδεση
協調 きょうちょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία, συμβιβασμός, αρμονία, συντονισμός
協調性 きょうちょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργατικότητα, πνεύμα συνεργασίας
協奏曲 きょうそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κοντσέρτο
協賛 きょうさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποστήριξη, αμοιβαία βοήθεια, συνεργασία, έγκριση, εξουσιοδότηση
協議会 きょうぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνέδριο, συμβούλιο, διάσκεψη
協和 きょうわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία, αρμονία, σύμπραξη
協力態勢 きょうりょくたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ετοιμότητα για συνεργασία, πλαίσιο συνεργασίας
協約 きょうやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύμφωνο, συνθήκη, συμφωνία
協商 きょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία
  2. 02 συνεννόηση, συμφωνία
協働 きょうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία, σύμπραξη, κοινή συμμετοχή
協同組合 きょうどうくみあい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεταιρισμός, ένωση, συνεργασία
協業 きょうぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία, σύμπραξη, κοινή εργασία
協定書 きょうていしょ

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνητικό, πρωτόκολλο