13 αποτελέσματα για «卜»

卜占 ぼくせん

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία, οιωνοσκοπία
ぼく

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεύω, προβλέπω το μέλλον
  2. 02 διαλέγω, αποφασίζω, καθορίζω
卜筮 ぼくぜい

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία, οιωνοσκοπία
卜する ぼくする

ρήμα

  1. 01 προβλέπω το μέλλον (κάποιου), μαντεύω
  2. 02 επιλέγω, εγκαθίσταμαι (σε ένα μέρος για κατοικία), καθορίζω (την κατοικία κάποιου)
卜者 ぼくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μάντης, χρησμοδότης, προφήτης
うら

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία, πρόβλεψη μέλλοντος
卜術 ぼくじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία, οιωνοσκοπία
卜伝流 ぼくでんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μποκουντέν-ριού (σχολή κεντζούτσου)
卜骨 ぼっこつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία με τη χρήση οστών ζώων
卜人 ぼくじん

ουσιαστικό

  1. 01 μάντης, χρησμοδότης
卜居 ぼっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλογή τόπου κατοικίας μέσω μαντείας
卜定 ぼくじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφασίζω μέσω μαντείας (με καβούκι χελώνας)
  1. 01 μαντεία
  2. 02 μαντεία
  3. 03 μαντεία, ή ριζικό (Νο 25)